ἐγκράνιον
ἐγκράνιον, cerebellum
ἐγ-κράνῐον [ᾱ], τό,
- cerebellum, Gal. UP 8.6:—also ἐγ-κρᾱνίς, ίδος, ἡ, ib. 11.
cerebelo
τοὐπίσω μέρος ὅλον ἐγκεφάλου, τὸ καλούμενον ὑπό τινων ἐ.