Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐγχύλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐγχρίπτω
ἔγχρισις
ἔγχρισμα
ἐγχριστέον
ἔγχριστος
ἐγχρίω
ἐγχρονία
ἐγχρονίζω
ἐγχρόνιος
ἐγχρονισμός
ἐγχρονιστέον
ἔγχρονος
ἐγχρύσα
ἐγχρύσεος
ἐγχρυσίζω
ἔγχρυσος
ἐγχρυσόω
ἐγχρῴζομαι
ἐγχρῴζω
ἐγχρωκουρίας
ἐγχρωμάτιστος
ἐγχρώματος
ἐγχρώννυμι
ἐγχρωτάζω
ἐγχύλης
ἐγχυλης
ἐγχυλίζω
ἐγχύλισμα
ἐγχυλόομαι
ἔγχυλος
ἐγχύλως
ἐγχύλωσις
ἔγχυμα
ἐγχυματίζω
ἐγχυμάτισμα
ἐγχυματισμός
ἐγχυματιστά
ἐγχυματιστέον
ἐγχυματιστής
ἐγχυματιστός
ἐγχυμάω
ἔγχυμος
ἐγχύμωμα
ἐγχύμωσις
ἐγχύνω
ἐγχυσεύς
ἔγχυσις
ἐγχυτέον
ἐγχυτήρ
ἐγχυτίστριαι
ἐγχυτλόω
ἔγχυτον
ἔγχυτος
ἐγχύτρια
ἐγχύτριαι
ἐγχυτρίζω
ἐγχυτρισμός
ἐγχυτρίστρια
ἐγχυτρίστριαι
Ἐγχώ
ἔγχωμα
…
ἐγχύλως
Save
Bailly 2024
ἐγχύλως
[
ῡ
]
adv.
sous forme de suc
ou
de jus,
Archig.
(
Gal.
8, 156
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}