ἐκδειμαίνω
ἐκδειμαίνω, strengthd. for δειμαίνω, Hld. 9.8, Hierocl. in CA 13 p.448 M.
atemorizar, intimidar
τοσοῦτος ἦχος ... διὰ τῆς ἀκοῆς τὴν διάνοιαν ἐκδειμαίνων
• abs.
οὔτε τοῖς ἐκδειμαίνουσι ταπεινούμενος
ἐκ·δειμαίνω (part. prés.) c. le suiv. Hld. 9, 8.
ἐκδειμαίνω, = ἐκδειματόω, Hel. 9.8.