ἐκδέρκομαι
ἐκδέρκομαι, look out from
ἐκδέρκομαι,
- look out from, Il. 23.477 (sed leg. κεφαλῆς ἐκ δέρκεται); λεπτὸν ἐκδέδορκε Adam. 1.5.
mirar
λεπτὸν ἐκδέδορκε
ἐκδέρκομαι, (δέρκομαι), heraussehen, τινός, κεφαλῆς ἐκδέρκεται ὄσσε Il. 23.477, bei Wolf u. Spitzner getrennt geschr.
ἐκδέρκομαι : look forth from, Il. 23.477†.