ἐκδαῆναι
conocer, aprender
Ἀπίδα καὶ πέλαγος Μινώιον
μέτρα μακρῆς χθονὸς ἐξεδάησαν
λόγον ὃν παρὰ σεῖο ... ἐξεδάην
κυανέην πλάκα σαπφείροιο ἐξεδάη
*ἐκδαῆναι [ᾰ] ao. 2 inf. (d’où ind. ἐξεδάην) avoir appris, connaître, acc. A. Rh. 4, 1565 ; Man. 6, 469.
ἐκδαῆναι, (δάω), genau wissen, Ap.Rh. 4.1565.