ἔκδεια
ἔκδεια, a falling short, being in arrear
- falling short, being in arrear, φόρων καὶ νεῶν in tribute and ships, Th. 1.99 (pl.), cf. Hyp. Fr. 136, BGU 976.19 (ii A.D.), Lib. Or. 36.10 (pl.), v.l. in D. 32.30.
- 2 deficit, PRev.Laws 17.1, al. (iii B.C.).
- 3 shortage, lack, ὕδατος PRyl. 81.13 (ii A.D.).
1 insuficiencia, escasez
αἱ τῶν φόρων καὶ νεῶν ἔκδειαι
τὴν ἔκδειαν ὧν ἂν ἐλλίπηθ' ὑμεῖς
ἔ. ὑδ[άτο]υς (sic)
2 econ. déficit, resto que se adeuda, atraso en el pago
τὴν γεγονυῖαν ἔκδειαν οὐκ ἀποδώσειν ἡμῖν
ἐὰν δὲ ὁ ἐπάνω χρόνος ἔγδειαν ᾖ π[ε]ποιηκώς
ἐν ἐγδείᾳ γίνεσθαι
ἐὰν τις ἔγδει[α γ]ένηται ἔν τινι οὐσίᾳ
οἵδε ἐγδείας ὀφείλουσιν τῶν γεωργῶν [τῶ]μ μισθωθέντων τεμε[νῶν
ὀφείλει ... τὴν ἔγδειαν τῆς οἰκίας
τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκδείας
ἔ. χρημάτων
ἀπὸ ἐγδείας μετρήματος
εἰς ἐγδίαν σιτολόγω[ν
- a falling short, being in arrear, Thuc.