ἐκδεκατεύω
ἐκδεκατεύω, pay tithe of
ἐκδεκᾰτεύω,
- pay tithe of, Ἡρακλεῖ τὴν οὐσίαν D.S. 4.21.
pagar el diezmo de
Ἡρακλεῖ τὴν οὐσίαν
ἐκ·δεκατεύω (inf. fut. -εύσειν) [ᾰ] acquitter la dîme, DS. 4, 21.
ἐκδεκατεύω, verzehnten, DS. 4.21.