ἐκδανείζω
ἐκδανείζω, lend out at interest
- lend out at interest, χρήματα Arist. Oec. 1350a14: fut. part. ἐκδανεισοῦντας IG 9 (I).694 (Corc., iii B.C.); 3 pl. -οῦντι ib. 4.841.16 (Calauria, iii B.C.); fut. also ἐκδανιῶ LXX De. 28.12: pf. ἐκδεδάνεικα AP 11.173 (Phil.):—Med., borrow, SIG 1068.15 (Patmos): —Pass., IG 12(7).237.23 (Amorgos).
I
1 prestar a interés
χρήματα
τό τε ἀργύριον ... ἐπ' ἐνγύοις
ἀργύριον ... τῷ ἀδελφῷ
τὸ ἀργύριον ... ἐπὶ μετρίοις τισὶ τόκοις
(δηνάρια) ͵α ... τῷ ἰδίῳ κινδύνῳ
• en v. pas.
αἱ ἑκατὸν ὀγδοήκοντα μναῖ ἐκδανεισθῶντι
• abs. part.
ἐκδανείσας
ex-distribuidor de préstamos públicos
2 de dinero invertir para obtener beneficios
τὸ πιστευθὲν ἀργύριον εἰς τὸ ἐκδανεῖσαι
• fig. hacer fructificar
τὸν λόγον (τοῦ θεοῦ)
• en v. pas. producir fruto
βούλεται ... εἰς τὰς τραπέζας τὸ ἀργύριον βάλλεσθαι δεδοκιμασμένον ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐκδανείζεσθαι
II en v. med. tomar prestado
τοῦτ' ἐκδανείζει καὶ κυκᾷς [τὸ]ν ναυτικόν