ἐκδημοκοπέω
ἐκδημοκοπέω,
- Αstrengthd. for δημοκοπέω, τοὺς δουλωθέντας Chio Ep. 15.2.
ganarse como demagogo
ὅταν δέ τις δουλωσάμενος ἐκδημοκοπήσῃ τοὺς δουλωθέντας
ἐκ·δημοκοπέω-ῶ (sbj. ao. -κοπήσῃ) capter par des menées démagogiques, Chion. Ep. 15.
ἐκδημοκοπέω, = ἐκδημαγωγέω, Sp.