ἐκδημοσιεύω
ἐκδημοσιεύω, to be made known
ἐκδημοσιεύω, in Pass.,
- to be made known, D.C. 61.12, 52.31.
divulgar públicamente en v. pas.
μὴ καὶ ἐκδημοσιευθῇ τὸ μίασμα
ἐκ·δημοσιεύω (inf. ao. pass. -ευθῆναι) divulguer, DC. 61, 12.
ἐκδημοσιεύω, = δημοσιεύω, DC. 61.12.