ἐκδιαίτησις
ἐκδιαίτησις, change of habits
ἐκδῐαίτ-ησις, εως, ἡ,
- change of habits, Ph. 1.360, Plu. Alex. 45: c. gen., τῶν πατρίων, τοῦ κατὰ φύσιν βίου, Ph. 2.76, Plu. Am. prol. 2.493c.
1 cambio de hábitos
παντελὴς ἐ.
τῶν πατρίων
τοῦ κατὰ φύσιν βίου
ἡ ἐ. αὐτοῦ καὶ μεταβολή
ὁ δὲ τρυφαῖς μαλακαῖς καὶ ἐκδιατήσεσι διαλυθεὶς ἐπανῄει
2
ἐ.· ἡ τρυφή
ἐκδιαίτησις, εως (ἡ) action de s’écarter d’un régime ou d’une règle, changement d’habitudes, Plut. Alex. 45, M. 493c.
Étym. ἐκδιαιτάω.
ἐκδιαίτησις, ἡ, die Aenderung der bisherigen, gewohnten Lebensart ; καὶ μεταβολή Plut. Alex. 45 ; a.Sp.; τῶν πατρίων, die Abweichung von, Philo.
ἐκδιαίτησις, εως
- change of habits, Plut.