ἐκδικασία
ἐκδῐκ-ασία, ἡ,
- = ἐκδικία I, AJA 17.29 (pl., Sardes, i B. C.).
jur. juicio
πολλοὺς κινδύνους καὶ ἀγῶνας καὶ ἐγδικασίας ὑπὲρ τοῦ δήμου ἀναδεξάμενον καὶ κατορθώσαντα
ἡ ἐ. τῶν δικῶν