ἐκκομιδή
ἐκκομιδή, a carrying out
- removal, Hdt. 8.44; σίτου IG 2(2).655.12.
- b purgation, τῶν περιττωμάτων Dsc. 4.176, cf.2.103.
- 2 of a corpse, burial, ἐ. πολυτελής D.H. 4.8, cf. AP 11.92 (Lucill.), IG 12(7).395.27 (Amorgos), IPE 12.34.5 (Olbia, i B.C.).
1 evacuación en contexto bélico
τῶν οἰκετέων
τῶν περιττωμάτων
2 transporte, conducción, acarreo
τοῦ σίτου
τῶν φορτίων
τῶν χρημάτων
3 funeral, cortejo fúnebre gener. previo al sepelio
οὔτ' ἐκκομιδῆς οὔτε ταφῆς ἐάσας νομίμου τὸ σῶμα τυχεῖν
τὴν ἐν τοῖς κάλλεσιν ἐκκομιδὴν ἔχει συνκεχωρημένην
ἐ. πολυτελής
ἐ. ... βασιλική
ἐφ' οἷς ἡ βουλὴ ἐπαχθῶς ἐνένκασα τὴν μεταλλαγὴν αὐτοῦ ἔκρειναν τὰ προσήκοντα τῇ ἐκκομιδῇ καὶ κηδείᾳ αὐτοῦ
δεδόχθαι πανδημὶ τ[ῇ] ἐκκομιδῇ αὐτῆς παρακολουθῆσαι
τὸ δ' ἐγκώμιον ὃ ταῖς ἐκκομιδαῖς τῶν ἐπιφανῶν οἱ προσήκοντες ἐπιτελοῦσιν
τόν τε κήρυκα ἀναγορεῦσαι ἐπὶ τῆς ἐκκομιδῆς αὐτοῦ ὅτι ...
δύο λάρνακας ὡς εἰς ἐκκομιδὴν νεκρῶν
- a carrying out, Hdt.: of a corpse, burial, Anth. from ἐκκομίζω