ἔκκοπος
ἔκκοπος, weary
ἔκκοπ-ος, ον,
- weary, Thd. Is. 43.24.
cansado
ἔκκοπόν με ἐποίησας
ταῖς πράξεσιν
ἔκκοπος, sehr ermüdet, wahrscheinlich ἔγκοπος, Suid.
ἔκκοπος, weary
cansado
ἔκκοπόν με ἐποίησας
ταῖς πράξεσιν