ἐκλεασμός
ἐκλεασμός, attrition
ἐκλε-ασμός, ὁ,
- attrition, ἐντέρων Orib. Fr. 56, cf. Aët. 9.43.
alisamiento
(λειεντερία) ἐ. τις ἐντέρων ἐστί
ἐκλεασμός, attrition
alisamiento
(λειεντερία) ἐ. τις ἐντέρων ἐστί