ἐκλακτισμός Save LSJ DGE Pape ἐκλακτ-ισμός, ὁ, = foreg., Hsch. ἐκλακτισμός -οῦ, ὁ un tipo de danza impetuosa Hsch. ἐκλακτισμός, ὁ, = ἐκλάκτισμα, Hesych.