ἐκνιτρόω
ἐκνιτρόω, cleanse with
ἐκνιτρ-όω,
- cleanse with νίτρον, τἀκπώματʼ.. ἐκνενιτρωμένα θεῖναι Alex. 2.4, cf. IG 7.3073.86 (Lebad.), Archig. ap. Gal. 12.406.
limpiar, lavar con salitre
τἀκπώματα ... ἐκλελιτρωμένα
τοὺς κίονας ἐγνιτρώσασι καὶ ἐκκαθήρασιν
τὸν ἁρμὸν ἐγνιτρώσας καὶ ἐκπλύνας ὕδατι καθαρῷ
• medic. friccionar, frotar con nitro ref. partes del cuerpo:
ἐξαλείψεις δὲ τὰ στίγματα καὶ τὰς οὐλὰς ἐκνιτρώσας τὸν τόπον
προξυρήσας καὶ ἐκνιτρώσας τὸν τόπον
ἐκ·νιτρόω-ῶ [ῐ] lessiver, Alex. (Ath. 230b).
Étym. ἐκ, νίτρον.
ἐκνιτρόω, auswaschen (mit νίτρον), ἐκπώματα ἐκνενιτρωμένα Alexis bei Ath. VI.230b.