ἐκπανουργέω
ἐκπᾰνουργέω, strengthd. for πανουργέω, Sch. Ar. Eq. 270.
tratar muy mal, embaucar
ὥσπερ ... τοὺς γέροντας δικαστὰς ἐκπανουργῆσαι, οὕτω καὶ ἡμᾶς ἐπιχειρεῖ ἀπατᾶν
ἐκπανουργέω, verstärktes πανουργέω, Schol. Ar. Eq. 270.