ἐκπαταγέω
ἐκπαταγέω, deafen
ἐκπᾰτᾰγέω,
- deafen, τὰ ὦτα Them. Or. 21.253c: but aor. 1 ἐξεπατάγησαν· ἐξεφώνησαν, Hsch.
atronar
ἐκπαταγεῖ ἡμῖν τὰ ὦτα
ἐξεπατάγησαν· ἐξεφώνησαν
ἐκ·παταγέω-ῶ [ᾰᾰ] faire un grand bruit, Thém. 308, 20 G. Dind.
ἐκπαταγέω, überlärmen, -toben, Themist.