ἔκπεμψις
ἔκπεμψις, a sending out
ἔκπεμψις, εως, ἡ,
- sending out or forth, στρατιᾶς Th. 4.85, cf. SIG 285.8.
- 2 emission, expulsion, πνεύματος Gal. UP 6.2.
1 envío c. gen. obj.
ἡ μὲν ἔ. μου καὶ τῆς στρατιᾶς ὑπὸ Λακεδαιμονίων
τῶν ἀναιρησόντων
• envío en una misión
ἐκύρωσε νόμῳ τὴν ἔκπεμψιν τοῦ Κάτωνος
• despido, evacuación
2 fisiol. expulsión
ἐκ τοῦ πλεύμονός τε καὶ εἰς τὸν πλεύμονα τήν θ' ὁλκὴν τοῦ πνεύματος ἡ καρδία καὶ αὖθις τὴν ἔκπεμψιν ποιεῖται
3 sent. dud., prob. ofrecimiento, consagración
ἔκπεμψις, εως (ἡ) envoi, Thc. 4, 85.
Étym. ἐκπέμπω.
ἔκπεμψις, ἡ, die Aussendung, Thuc. 4.85.
ἔκπεμψις
from ἐκπέμπω
ἔκπεμψις, εως
- a sending out or forth, Thuc.