ἐκπερισσεύω
ἐκπερισσεύω, to be superfluous
ἐκπερισσεύω,
- to be superfluous, Cod.Just. 10.27.2.4.
econ. sobrar, ser excedente
τὰ ἐκπεριττεύοντα εἴδη
ἐκπερισσεύω, to be superfluous
econ. sobrar, ser excedente
τὰ ἐκπεριττεύοντα εἴδη