ἐκπέτομαι
ἐκπέτομαι, to fly out
ἐκπέτομαι (ἐκ-πέταμαι Arist. HA 554b1), fut. -πτήσομαι Ar. V. 208: aor. ἐξεπτόμην, part. -πτόμενος Id. Av. 788; also ἐξεπτάμην E. El. 944, Pl. Ti. 81e, ἐκπτάμενος Ἀθηνᾶ 20.249 (Chios): also in act. form ἐξέπτην Hes. Op. 98, Batr. 211, Ant.Lib. 1.5, Palaeph. 12: for aor. ἐξεπετάσθην, v. πέτομαι:—
- fly out or away, ll. cc.: metaph., ἔπαινοι Ἔρωσι μικροῖς ἐοικότες ἐκπετόμενοι Luc. Rh.Pr. 6.
echar a volar, volar de aves e insectos
στροῦθος ἁνὴρ γίγνεται· ἐκπτήσεται
ἐκπτόμενος ἂν οὗτος ἠρίστησεν ἐλθὼν οἴκαδε
ἰκτῖνοι ἐκ τοιούτων ἐκπετόμενοι χωρίων
ὄρχιλος ἐξ ὀπῆς ἐκπετόμενος
ὁ φρῦνος ... ἐπιτηρῶν ἐκπετομένας (μελίττας) κατεσθίει
el sapo acechando a las (abejas) que van volando se las come
• fig.
οἱ ἔπαινοι ... Ἔρωσι μικροῖς ἐοικότες ... ἐκπετόμενοι
ἐκ·πέτομαι (ao. 2 ἐξέπτην), c. ἐκπέταμαι, Batr. 215 ; Hés. O. 98.
ἐκπέτομαι, = ἐκπέταμαι, part. praes., Arist. H.A. 9.40 (626.32).
ἐκπέτομαι
or -πέταμαι
fut. -πτήσομαι
aor2 ἐξεπτόμην
aor2 -άμην
act. ἐξέπτην
- to fly out or away, Hes., Eur.