ἐκπετάζω
ἐκπετάζω,
- = ἐκπετάννυμι, LXX 2 Es. 9.5.
extender, desplegar
τὰς χεῖρας
ἐπ' αὐτὸν νέφος
ἐκ·πετάζω, c. ἐκπετάννυμι, Spt. 2 Esdr. 9, 5 ; Job 26, 9.
extender, desplegar
τὰς χεῖρας
ἐπ' αὐτὸν νέφος