ἐκπεύθομαι
ἐκπεύθομαι,
- = ἐκπυνθάνομαι, A. Pers. 955 (lyr.).
enterarse de
πάντα
ἐκ·πεύθομαι, c. ἐκπυνθάνομαι, Eschl. Pers. 954.
ἐκπεύθομαι, poet. = ἐκπυνθάνομαι, Aesch. Pers. 916.
ἐκπεύθομαι
= ἐκπυνθάνομαι, Aesch.