ἐκπηγνύω
helar
τὸ ἄγαν ψῦχος ἐκπηγνύον τὰ ὑγρὰ καὶ μαλακὰ τοῦ σώματος
• fig. paralizar
τοὺς θιγόντας αὐτῆς (τῆς νάρκης)
ἐκ·πηγνύω, c. le préc., d’où rendre épais, lourd, Plut. M. 978c.
helar
τὸ ἄγαν ψῦχος ἐκπηγνύον τὰ ὑγρὰ καὶ μαλακὰ τοῦ σώματος
• fig. paralizar
τοὺς θιγόντας αὐτῆς (τῆς νάρκης)