ἐκπλαγής
ἐκπλαγής, panic-stricken
ἐκπλᾰγής, ές, (ἐκπλήσσω)
- panic-stricken, Plb. 1.76.7, al.; ἐπί τινι Id. 2.3.3; τῷ πράγματι Luc. DMar. 15.2.
1 asustado, aturdido
ἐκπλαγεῖς γινόμενοι διὰ τὸ παράδοξον
ἐπὶ τῷ παραδόξῳ
ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι
τῷ πράγματι
2 enloquecido
πᾶσαι ... ἐκπλαγέες λύσσᾳ δαίμονος
de servidoras de Dioniso
ἐκπλαγής, ής, ές [ᾰ] frappé de stupeur, Pol. 1, 21, 7 ; 1, 76, 7.
Étym. ἐκπλήσσω.
ἐκπλαγής, ές, = ἔκπληκτος, erschreckt, bestürzt ; Pol. 1.76.7 ; Strab. 4.4.5 u. a.Sp.
• Adv. ἐκπλαγῶς , Hesych.
• Adv. ἐκπλαγῶς , Hesych.