ἐκπλέκω
ἐκπλέκω, unfold
- unfold, διάνοιαν Alex. Fig. 2.1.
1 desenredar, desenmarañar
ὥστε ἀπὸ τῶν ἀκανθῶν ... μὴ δύνασθαι ἐκπλέξαι τὰ πρόβατα
• desarrollar, explicar
κύκλῳ τὴν διάνοιαν ἐκπλέκειν
en el período retóricoἐκπεπλεγμένον ἔμαθον
aprendí tan pronto como quedó explicado
2 en pap. desenredar, poner en claro, resolver asuntos de tipo práctico o legal
μέλλει ἐκπλέκειν τὰ καταλειφθέντα αὐτῷ
ἕως οὗ ἐκπλέξω ὃ ἔχω ἐν Ἀλεξανδρείᾳ μετέωρον
ἵνα ... δυνηθῇ ἐκπλεκῆναι τὸ πρᾶγμα πρὸ τῆς τοῦ ... ἐπιστρατήγου ... ἐπιδ[ημίας
• abs. llegar a una solución, PStras.73.18 (III d.C.), cf. SB 14070.25 (II d.C.).