ἐκπικράζομαι
ἐκπικρ-άζομαι,
- = ἐκπικρόομαι II, Hp. Mul. 1.26.
tener un gusto amargo c. ac. de rel.
εἰ δὲ γυνὴ ... τὸ στόμα ἐκπικράζοιτο
tener un gusto amargo c. ac. de rel.
εἰ δὲ γυνὴ ... τὸ στόμα ἐκπικράζοιτο