ἐλαιαλογέω Save DGE Bailly 2024 Pape ἐλαιαλογέω recolectar la aceituna LXX De.24.20, Ph.2.390. ἐλαιαλογέω-ῶ, c. ἐλαιολογέω, Spt. Deut. 24, 22. Étym. var. ἐλαιολογέω. ἐλαιαλογέω, = ἐλαιολογέω, LXX