ἐλαΐνεος
ἐλαΐνεος, of olive-wood
ἐλᾱ-ΐνεος, α, ον,
- Α = sq., ῥόπαλον Od. 9.320; μοχλός ib. 394.
de olivo
ῥόπαλον
μοχλός
κλάδος
ξόανα
σχίζα
ἐλαΐνεος, η, ον [ᾱῐ] c. le suiv. Od. 9, 320, 394.
Étym. ἐλαία.
ἐλαΐνεος, [ᾱ], = ἐλάϊνος, Od. 9.320, 394 u. sp.D., wie Phani. 4 (VI.297).
ἐλαΐνεος
(ᾱ) [ἐλαίη.]
Of olive-wood Od. 9.320, 394.
ἐλαΐνεος : of olive-wood.
ἐλαΐνεος
ἐλᾱΐνεος, α, ον
= ἐλάϊνος, Od.