ἐλαιοβραχής
ἐλαιο-βρᾰχής, ές, Antyll. ap. Orib. 7.21.8, Sor. 1.82:—and ἐλαιο-βρεχής, ές, Gal. 13.581, = sq.
empapado en aceite
ἔριον
πτυγμάτιον
ὀθόνιον
ἐλαιο·βραχής, ής, ές [ᾰ] c. les suiv. P. Eg. 3, 39 ; Antyll. (Orib. 2, 71 B.-Dar.).
ἐλαιοβραχής, ές, = ἐλαιόβροχος, Paul.Aeg.