Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐλαϊκῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐλάεως
ἐλάη
ἐλαηρός
ἔλαθε
ἐλαθείς
ἐλαθερής
ἔλαθον
ἐλαθρά
ἐλαία
Ἐλαία
ἐλαίαγνος
ἐλαιάεις
ἐλαιάζω
ἐλαιακόνη
ἐλαιαλογέω
ἐλαιάς
Ἐλαιατικὸς κόλπος
Ἐλαιᾶτις
ἐλαιάχυρον
ἐλαιάω
Ἐλαιβάριος
ἐλαιεμπορία
ἐλαιεύς
Ἐλαιεύς
ἐλαΐζω
ἐλαίη
ἐλαιήεις
ἐλαιηρός
ἐλαιθερής
ἐλαϊκός
ἐλαϊκῶς
ἐλαΐνεος
ἐλάϊνος
ἐλαιο-
ἐλαιοβαστάκτης
ἐλαιοβαφής
ἐλαιοβραχής
ἐλαιόβρεκτος
ἐλαιοβρεχής
ἐλαιόβροχος
ἐλαιόγαρον
ἐλαιόδευτος
ἐλαιοδόκος
ἐλαιοδόχος
ἐλαιοειδής
ἐλαιοθεσία
ἐλαιοθέσιον
ἐλαιοθετέω
ἐλαιοθέτης
ἐλαιόθηλος
ἐλαιόθρεπτος
ἐλαιοκάπηλος
ἐλαιόκαρον
ἐλαιόκλαδος
ἐλαιοκομέω
ἐλαιοκομία
ἐλαιοκομικός
ἐλαιοκόμιον
ἐλαιοκόμος
ἐλαιόκομος
ἐλαιοκονία
…
ἐλαϊκῶς
Save
Bailly 2024
ἐλαϊκῶς
[
ᾱ
]
adv.
en forme d’olivier,
Arr.
Epict.
2, 20, 18
.
Étym.
ἐλαία
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}