ἐλεάω
ἐλεάω, later form of ἐλεέω, EM 327.29, LXX Pr. 21.26.
compadecer, compadecerse de
οὓς ... ἐλεᾶτε
ἐλεήσω τὴν Οὐκ-ἠλεημένην
ἐγὼ ἱκέτας ἐλεᾶν ἐνομοθέτησα
ὑπὲρ αὐτοὺς ἡμᾶς ἐλέα
• abs. sentir compasión, apiadarse
ὁ δὲ δίκαιος ἐλεᾷ
ἐλεάω-εῶ, c. ἐλεέω, Spt. Prov. 21, 26 ; NT. Rom. 9, 16 et 18.