ἐλεγκτέον
ἐλεγκτέον, one must refute
ἐλεγκ-τέον, (ἐλέγχω)
- one must refute, Pl. Lg. 905d; one must reject, disapprove, Ath.Med. ap. Orib. inc. 23.13.
- b one must test, Onos. 1.19.
- c one must convict, τινά τινος Them. Or. 21.253a.
- 2 ἐλεγκτέος, α, ον, to be refuted, Str. 2.1.35.
I
1 hay que poner a prueba
τὸν πλούσιον καὶ τὸν πένητα ... ἐ. διὰ τρόπον
2 hay que investigar
τὸ δὲ γένος τοῦτο τῶν ἀρνουμένων ἐπαίνων ... ἐ.
II
1 hay que refutar
τὸ δὲ παραιτητοὺς αὖ θεοὺς εἶναι ... ἐ.
ἐ. αὐτοὺς ... ἀναιδῶς πρὸς τὰ ἀληθῆ ... ἱσταμένους
2 hay que rechazar
ἐ. αὐτὴν οὐκ οὖσαν ἀληθῆ
τὴν ἀπάτην
τοὺς λόγους
τὰ περικαῆ