ἐλεγμός
ἐλεγμός, refutation
ἐλεγμός, ὁ,
- = ἔλεγξις, LXX Ps. 149.7 (pl.), al., 2 Ep.Ti. 3.16.
1 reproche, censura
ἐλεγμῷ ἐλέγξεις τὸν πλησίον σου
ὠφέλιμος πρὸς ἐλεγμόν
2 prueba, comprobación
τὸ ὔδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ
en una especie de «juicio de Dios»
ἐλεγμός, οῦ (ὁ) c. ἔλεγξις, Spt. Lev. 19, 17 ; Num. 5, 18 ; 4 Reg. 19, 3 ; Judith 2, 10 ; Ps. 37, 15 ; 149, 7 ; Sir. 41, 4 ; NT. 2 Tim. 3, 16.
ἐλεγμός, ὁ, = ἔλεγξις, LXX, K.S.
ἐλεγμός, ὁ,
= ἔλεγξις, NTest.