ἐλεγεῖος
ἐλεγεῖος, elegiac
ἐλεγεῖος, α, ον,
- elegiac, δίστιχον Ael. VH 1.17.
métr. elegíaco
δίστιχος
ὁ στίχος
ἐλεγεῖος, α, ον, élégiaque, El. V.H. 1, 17.
Étym. ἔλεγος.
ἐλεγεῖος, (ἔλεγος) elegisch, zur Elegie gehörig ; ποιητής Strab.; μέτρον, στίχος, Gramm.; δίστιχον Ael. V.H. 1.17.