Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμμέσῳ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔμμεν
ἔμμεναι
ἐμμενές
ἐμμενετέον
ἐμμενετέος
ἐμμενετικός
ἐμμενετός
ἐμμενέως
ἐμμενής
Ἐμμένης
ἐμμενητ-
ἐμμενητέος
ἐμμενητικός
ἐμμενητικῶς
Ἐμμενίδαι
Ἐμμενίδης
ἐμμενίω
ἐμμενύτρωτος
ἐμμένω
ἐμμέρεια
ἐμμερής
ἐμμερίζομαι
ἐμμερίζω
ἐμμέριμνος
ἐμμεσιτεύω
ἔμμεσος
ἐμμεσότροπος
ἐμμεστόομαι
ἔμμεστος
ἐμμεστόω
ἐμμέσῳ
ἐμμετάβολος
ἔμμεται
ἐμμετεωρίζομαι
ἐμμετεωρίζω
ἐμμετρέω
ἐμμετρία
ἐμμετριάζω
ἐμμετροποιός
ἔμμετρος
ἐμμετρότης
ἐμμέτρως
ἐμμηλάδας
ἐμμηλάδες
ἐμμηναγωγός
ἐμμηναῖος
ἐμμήνιος
ἔμμηνις
ἔμμηνος
ἔμμηρος
ἔμμητρος
ἔμμι
ἐμμί
ἐμμιαίνω
ἐμμίγνυμι
ἐμμιγνύω
ἔμμιλτος
ἐμμίμνω
ἔμμιξις
ἐμμίσγω
ἔμμισθος
…
ἐμμέσῳ
Save
Bailly 2024
ἐμ·μέσῳ,
adv.
par assimil. p.
ἐν μέσῳ,
au milieu,
NT.
Apoc.
1, 13
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}