ἐμμενητικός Save Bailly 2024 Pape ἐμμενητικός, ή, όν, c. ἐμμενετικός, Plat. Def. 412b. Étym. ἐμμένω. ἐμμενητικός, = ἐμμενετικός, Plat. def. 412b νόμου ; – Sp. • Adv ., DL. 7.126.