Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμμενύτρωτος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐμμελέτημα
ἐμμελετητέον
ἐμμελέως
ἐμμελής
Ἐμμελία
ἐμμελίκρατος
Ἐμμέλιον
ἔμμελος
ἐμμελῳδέω
ἐμμελῶς
ἐμμεμαώς
ἐμμέμονα
ἐμμεμφής
ἔμμεν
ἔμμεναι
ἐμμενές
ἐμμενετέον
ἐμμενετέος
ἐμμενετικός
ἐμμενετός
ἐμμενέως
ἐμμενής
Ἐμμένης
ἐμμενητ-
ἐμμενητέος
ἐμμενητικός
ἐμμενητικῶς
Ἐμμενίδαι
Ἐμμενίδης
ἐμμενίω
ἐμμενύτρωτος
ἐμμένω
ἐμμέρεια
ἐμμερής
ἐμμερίζομαι
ἐμμερίζω
ἐμμέριμνος
ἐμμεσιτεύω
ἔμμεσος
ἐμμεσότροπος
ἐμμεστόομαι
ἔμμεστος
ἐμμεστόω
ἐμμέσῳ
ἐμμετάβολος
ἔμμεται
ἐμμετεωρίζομαι
ἐμμετεωρίζω
ἐμμετρέω
ἐμμετρία
ἐμμετριάζω
ἐμμετροποιός
ἔμμετρος
ἐμμετρότης
ἐμμέτρως
ἐμμηλάδας
ἐμμηλάδες
ἐμμηναγωγός
ἐμμηναῖος
ἐμμήνιος
ἔμμηνις
…
ἐμμενύτρωτος
Save
LSJ
ἐμμενύτρωτος·
μέτριος,
Hsch.
[Supp.: (ἐμμεσότροπος Latte ed.)]
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}