Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδιάασκον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδεσμεύω
ἐνδεσμέω
ἐνδεσμίδες
ἐνδέσμιον
ἐνδεσμίς
ἔνδεσμος
ἔνδετος
ἐνδευκής
ἐνδεύομαι
ἐνδεύω
ἑνδεχέτηρος
ἐνδέχομαι
ένδέχομαι
ἐνδεχομένως
ἐνδέω
ἐνδεῶς
ἐνδηΐδες
Ἐνδηΐς
ἔνδηλος
ἐνδηλόω
ἐνδήλως
ἐνδημέω
ἐνδημία
ἐνδήμιος
ἐνδημιουργέω
ἔνδημος
Ἔνδηος
Ἔνδηρον
ἔνδια
ἐνδιάασκε
ἐνδιάασκον
ἐνδιαβάλλω
ἐνδιάβολος
Ἐνδίαγρος
ἐνδιάγω
ἐνδιαδύνω
ἐνδιαερανερινήχετος
ἐνδιαεριαυερινήχετος
ἐνδιαεριαυρινήχετος
ἐνδιαεριαυρονήχετος
ἐνδιάζω
ἐνδιάθεσις
ἐνδιάθετος
ἐνδιαθέτως
ἐνδιαθέω
ἐνδιάθηκος
ἐνδιαθρύπτομαι
ἐνδιαιτάομαι
ἐνδιαιτέομαι
ἐνδιαίτημα
ἐνδιαίτησις
ἐνδιαιτητήριον
ἐνδιάκειμαι
ἐνδιακειμένως
ἐνδιακοσμέω
ἐνδιακρίτως
ἐνδιαλαμβάνω
ἐνδιαλλάσσω
ἐνδιαλλάττω
ἐνδιαλύω
ἐνδιάλῳ
…
ἐνδιάασκον
Save
Bailly 2024
ἐνδιάασκον,
v.
ἐνδιάω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}