About Report a problem

Menu

ἐνδιατριπτικός

ἐνδιατριπτικός, fondly dwelling in

ἐνδια-τριπτικός, ή, όν,
  • fondly dwelling in, τόποις καὶ πράγμασι τοῖς αὐτοῖς M.Ant. 1.16.7.

Saved

Recent