ἐνδιεσπαρμένως
ἐνδιεσπαρμένως, in scattered passages
ἐνδι-εσπαρμένως, Adv., (σπείρω)
- in scattered passages, τὸν βίον ἀναγράφειν τοῖς βιβλίοις Eun. VS p.454 B.
adv. sobre el part. perf. pas. de τόν τε ἑαυτοῦ βίον ἀναγράφει τοῖς βιβλίοις ἐ.
ἐνδιεσπαρμένως, adv. çà et là, Eun. V. soph. 4.
Étym. ἐνδιασπείρω.