Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνδικαιόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐνδιατρίβω
ἐνδιατριπτέον
ἐνδιατριπτέος
ἐνδιατριπτικός
ἐνδιάτριπτος
ἐνδιαυγέομαι
ἐνδιαυγέω
ἐνδιαφαίνομαι
ἐνδιαφθείρω
ἐνδιάφορος
ἐνδιαχειμάζω
ἐνδιαχέομαι
ἐνδιάω
ἐνδιδάσκω
ἐνδίδημι
ἐνδιδομένως
ἐνδιδύσκω
ἐνδίδωμι
ἐνδιερεθίζω
ἐνδιές
ἐνδιεσπαρμένως
ἐνδιηθέω
ἐνδιήκω
Ἐνδίηλα
ἐνδιημερεύω
ἐνδίημι
ἐνδιής
ἐνδιΐημι
ἐνδικάζομαι
ἐνδικάζω
ἐνδικαιόω
ἐνδικαίως
ἐνδικαστήριος
ἐνδικία
ἔνδικος
ἐνδίκως
ἔνδινα
ἐνδινευτής
ἐνδινεύω
ἐνδινέω
ἐνδιοδεύω
ἐνδίολκος
ἔνδιον
ἐνδιορθόομαι
ἔνδιος
Ἔνδιος
ἐνδιόω
ἐνδιπλασιάζομαι
ἐνδιπλασιάζω
ἐνδιπλόω
ἐνδίπλωμα
ἐνδίπλωσις
ἐνδίσματα
ἐνδίφριος
ἐνδογενής
ἐνδογενικός
ἔνδοθεν
ἔνδοθι
ἐνδοθίδιος
ἐνδόθρας
ἔνδοι
…
ἐνδικαιόω
Save
Bailly 2024
ἐν·δικαιόω-ῶ
[
ῐ
] rendre, juste,
Naz.
1, 650 ;
Chrys.
7, 654
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}