About Report a problem

Menu

ἐνδιατάσσω

ἐνδιατάσσω, to draw up in

ἐνδια-τάσσω,
  • draw up in, χῶρος ἐπιτήδειος ἐνδιατάξαι (sc. τὸν στρατόν) Hdt. 7.59.

Saved

Recent