ἐνδιδομένως Save ἐνδιδομένως, remissly LSJ DGE ἐνδιδομένως, Adv., (ἐνδίδωμι) remissly, Phot., Suid. s.v. ὑφειμένως. ἐνδιδομένως v. ἐνδεδομένως.