ἐνοικάδιος
ἐνοικ-άδιος, ον,
- = ἐνοικίδιος, γαλεοί Aret. CD 1.4.
doméstico
γαλεοί
ἐνοικάδιος, ος, ον [ᾰ] c. ἐνοικίδιος, Arét. Cur. m. diut. 1, 4.
ἐνοικάδιος, = ἐνοικίδιος, Aret.
doméstico
γαλεοί