ἐνοικητήριον Save ἐνοικητήριον, abode LSJ DGE Pape ἐνοικ-ητήριον, τό, abode, Poll. 1.73. ἐνοικητήριον -ου, τό habitación de una casa, Poll.1.73. ἐνοικητήριον, τό, Wohnort, Poll. 1.73.