ἐνοικήτωρ
ἐνοικήτωρ, inhabitant
ἐνοικ-ήτωρ, ορος, ὁ,
- inhabitant, St.Byz. s.v. Πικεντία.
habitante St.Byz.s.u.
ἐνοικήτωρ, ορος (ὁ) habitant, E. Byz. vo Πικεντία.
Étym. ἐνοικέω.
ἐνοικήτωρ, ορος, ὁ, der Einwohner, St.B. v. Πικεντία.