Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐνϝοικέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐννωτιαῖος
ἐννωτίζομαι
ἐνξύω
ἐνό
ἔνο
ἐνόβρυζος
ἔνογκος
ἐνοδέομαι
Ἐνοδία
ἐνοδιάζω
ἐνόδιος
ἐνοδῖτις
ἔνοδμος
ἐνοδοιπόρος
ἔνοδος
ἐνοδύνως
ἑνοείδεια
ἑνοειδής
ἑνοειδῶς
ἑνόζυγος
ἐνόθω
ἐνοιάδες
ἐνοιδέω
ἐνοιδής
ἐνοιδίσκομαι
ἐνοικάδιος
ἐνοίκειος
ἐνοικειόω
ἐνοικέτις
Ἐνοικέτις
ἐνϝοικέω
ἐνοικέω
ἐνοικηματικός
ἐνοικήσιμος
ἐνοίκησις
ἐνοικήτειραι
ἐνοικητήν
ἐνοικητήριον
ἐνοικήτωρ
ἐνοικί
ἐνοικιάζω
ἐνοικίδιος
ἐνοικίζω
ἐνοικιολογέω
ἐνοικιολογία
ἐνοικιολόγος
ἐνοίκιος
ἐνοίκισμα
ἐνοικισμός
ἐνοικοδομέω
ἐνοικοδόμημα
ἐνοικοδομήματα
ἐνοικοδομία
ἐνοικολ-
ἐνοικολογέω
ἐνοικολόγος
ἐνοικονομέω
ἔνοικος
ἐνοικουρέω
ἔνοινος
ἐνοινοφλύω
…
ἐνϝοικέω
Save
LSJ
ἐνϝοικέω,
= ἐνοικέω,
Leg.Gort.
4.34.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}