ἐνόχλησις
ἐνόχλησις, annoyance
- annoyance, Philem. 92.3 (pl.), PLond. 3.971.4 (iv A. D.); ἐ. σοφιστικαί Arist. Int. 17a37, cf. D.L. 7.14, 112, Procl. in Alc. p.333 C.
1 molestia, incomodidad, trastorno
σοφιστικαὶ ἐνοχλήσεις
ἐνόχλησιν (εἶναι) λύπην στενοχωροῦσαν καὶ δυσχωρίαν παρασκευάζουσαν
τὸ πλουτεῖν συμφορὰς πολλὰς ἔχει ... κἀνοχλήσεις μυρίας
• por abusos e injusticias
ὑπεναντίον τηλικαύτης ἐνοχλήσεως
τὸν π]έντε τέκνων πατέρα γενόμενον ἀφίεσθαι τῆς τῶν λειτουργιῶν ἐνοχλήσεως
μὴ παράλογόν τινα ὑπομεῖναι ἐνόχλησιν
τοὺς κα[τοικο]ῦντας τὴν ἱερὰν καὶ ἄσυλον γῆν ... ὑπερξῃρῆσθαι τῆς ... ἐνοχλήσεως
εἴσπραξις καὶ ἐ.
2 molestia física, padecimiento, sufrimiento, dolor
μετεωρισμοὶ καὶ ταραχαὶ καὶ ἐνοχλήσεις σωματικαί
ὀσφύος ἀλγήματα ... μεγίστας ἐνοχλήσεις ἐπιφέρει
ἐ. τοῦ σώματος
molestia del cuerpo a la que se ve sujeta el alma